επεντείνω

ἐπεντείνω (Α)
1. εντείνω τις δυνάμεις μου, βάζω τα δυνατά μου («μὴ νῡν ἀνῶμεν, ἄλλ' ἐπεντείνωμεν ἀνδρικώτερον», Αριστοφ.)
2. (για διάδοση) εξαπλώνομαι («φήσει τὸ πρᾱγμα βοᾱσθαι γὰρ ἐν τῆ πόλει καὶ λόγον ἐπεντείνειν», Θεόφρ.)
3. μέσ. τεντώνομαι («ἐπενταθεὶς ἤρεισε πλευραῑς μέσσον ἔγχος» — αφού τεντώθηκε, στήριξε την αιχμή τού ξίφους στα πλευρά του, ακούμπησε με πίεση τα πλευρά του στην αιχμή τού ξίφους, Σοφ.).

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἐπεντείνει — ἐπεντείνω stretch tight aor subj act 3rd sg (epic) ἐπεντείνω stretch tight pres ind mp 2nd sg ἐπεντείνω stretch tight pres ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπεντείνωμεν — ἐπεντείνω stretch tight aor subj act 1st pl ἐπεντείνω stretch tight pres subj act 1st pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπενταθείς — ἐπεντείνω stretch tight aor part pass masc nom/voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπεντενεῖν — ἐπεντείνω stretch tight fut inf act (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπεντείνειν — ἐπεντείνω stretch tight pres inf act (attic epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • επέντασις — ἐπέντασις, η (Α) [επεντείνω] επίταση, τέντωμα …   Dictionary of Greek

  • επεντανύω — ἐπεντανύω (Α) επεντείνω …   Dictionary of Greek

  • νευρεπέντατος — νευρεπέντατος, ον (Α) αυτός που τεντώνει με νευρά, με χορδή. [ΕΤΥΜΟΛ. < νευρά «χορδή» + ἐπεντείνω «τεντώνω»] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.